• 23 Απριλίου, 2021

Αχτσιόγλου: «Χρειάζεται γενναίο ‘‘κούρεμα’’ του ιδιωτικού χρέους»

 Αχτσιόγλου: «Χρειάζεται γενναίο ‘‘κούρεμα’’ του ιδιωτικού χρέους»

«Θα καταθέσουμε μια συνολική πρόταση για το ιδιωτικό χρέος, αλλά και για τα μέτρα που απαιτεί μια πραγματική επανεκκίνηση της οικονομία» δηλώνει η  Έφη  Αχτσιόγλου, βουλευτής Επικρατείας και τομεάρχης Οικονομικών της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ.

 Σύμφωνα με την κ. Αχτσιόγλου, καθώς η κυβέρνηση κατά την περίοδο της πανδημίας «επένδυσε σε δάνεια και αναβολές πληρωμών, χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωσή του και τούτο σημαίνει γενναίο «κούρεμα» οφειλής».

«Θα καταθέσουμε μια συνολική πρόταση για το ιδιωτικό χρέος, λέει σύγκεκριμένα η τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας στην Real news. Σε ό,τι αφορά το χρέος πολιτών και επιχειρήσεων, που διογκώθηκε στην περίοδο της πανδημίας, κυρίως επειδή η κυβέρνηση επένδυσε σε δάνεια και αναβολές πληρωμών, χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωσή του και τούτο σημαίνει γενναίο «κούρεμα» οφειλής. Για τα χρέη προς τις τράπεζες, που επίσης διογκώθηκαν, και μπορεί και πρέπει να υπάρξουν μέτρα ρύθμισης, όπως εξάλλου προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας των Τραπεζών, που δεν τηρείται.Πέραν αυτών, θα καταθέσουμε και μια ολιστική πρόταση διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους και των χρεών προ πανδημίας, η οποία είναι αναγκαίο να αντικαταστήσει τον άκρως αντικοινωνικό πτωχευτικό κώδικα της Ν.Δ.

Αναφερόμενη,  στην συνολικότερη διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση η κ.Αχτσιόγλου τονίζει: «Τα self tests μετά από ένα χρόνο πανδημίας μπορούν να χαρακτηριστούν, στην καλύτερη περίπτωση, ένα επικουρικό μέτρο. Κι αυτό διότι, ακόμη κι αν θεωρηθούν αξιόπιστα, δεν μπορεί με ευθύνη των πολιτών να γίνει ιχνηλάτηση του ιού. Χρειάζονται κεντρικός συντονισμός και καταγραφή. Αυτό που εδώ και ένα χρόνο έπρεπε να έχει γίνει -και όλη η αντιπολίτευση επιμένει- είναι η δωρεάν συνταγογράφηση μοριακών τεστ, ώστε με ευθύνη του ΕΟΔΥ να ιχνηλατούνται τα κρούσματα. Οτιδήποτε άλλο είναι ημίμετρο και, όταν έρχεται με τέτοια καθυστέρηση, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη κρίση δημόσιας υγείας που περνά η χώρα, γιατί αρνείται στρατηγικά τη στήριξη του δημόσιου συστήματος Υγείας. Ταυτόχρονα, είναι προκλητική η επιλογή του κ. Μητσοτάκη να δοθούν εκατομμύρια στη Siemens αντί να συνταγογραφηθούν τεστ.

«Φυσικά να βάλουμε πλάτη, αν και δεν πρόκειται για το «τελευταίο μίλι», όπως προπαγανδίζει η κυβέρνηση, αλλά για μια κρίση μεγάλης διάρκειας, επισημαίνει. Το να βάλουμε πλάτη είναι ακριβώς αυτό που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία διά του προέδρου του εδώ και μήνες. Αλλά να διευκρινίσουμε σε τι. Να βάλουμε πλάτη, έστω και τώρα, σε ένα σχέδιο ουσιαστικής ενίσχυσης του ΕΣΥ, που θα περιλαμβάνει επίταξη ιδιωτικών κλινικών και αύξηση των διαθέσιμων ΜΕΘ, δωρεάν μαζικά τεστ με κεντρική ιχνηλάτηση, προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, ενίσχυση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης για αποσυμφόρηση των νοσοκομείων.  Να βάλουμε πλάτη στο να θησαυρίζουν τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, ενώ ο κόσμος πεθαίνει αβοήθητος γιατί δεν υπάρχουν διαθέσιμες κλίνες ΜΕΘ; Ε, όχι. Η κυβέρνηση να ψάξει αλλού τέτοια υποστήριξη.

«Περισσότεροι από 100 ασθενείς που χρήζουν εντατικής θεραπείας βρίσκονται αυτές τις μέρες διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ» υπογραμμίζει η βουλευτής. Άνθρωποι πεθαίνουν περιμένοντας μάταια και πρόχειρα διασωληνωμένοι να ανοίξει μία κλίνη ΜΕΘ. Προφανώς αυτό για τον κ. Βορίδη δεν αποτελεί πρόβλημα. Ούτε για τον κ. Γεραπετρίτη, που θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες κλίνες και ότι είναι φυσιολογικό να περιμένει κάποιος 24 ώρες για να εισαχθεί σε ΜΕΘ. Ούτε για τον κ. Πέτσα, που δήλωνε ότι, αν ακούγαμε τον ΣΥΡΙΖΑ, θα πετάγαμε δεκάδες εκατομμύρια σε ΜΕΘ. Ούτε, τελικά, για την κυβέρνηση συνολικά, που εμμονικά λειτουργεί ως υπερασπιστής των συμφερόντων των ιδιωτικών κλινικών, για να παραμένουν αυτές covid-free και να θησαυρίζουν. Αυτές οι κυνικές δηλώσεις δεν προσβάλλουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τους ανθρώπους που δίνουν μάχη για τη ζωή τους.

Τέλος αναφερόμενη στις συμβάσεις με τη Cisco και για το Ελληνικό, καθώς και την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς,  σημειώνει: 

«Σχεδόν καθημερινά πια αποδεικνύεται πως η κυβέρνηση ενδιαφέρεται πρωτίστως για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων μεγάλων οικονομικών συμφερόντων: των σχολαρχών, των κλινικαρχών, των πολυεθνικών. Στην περίπτωση της Cisco, η δήθεν δωρεά που επικαλείτο τόσο καιρό η υπουργός Παιδείας αποδείχθηκε τελικά ανάθεση εκατομμυρίων και η μόνη «δωρεά» ήταν αυτή των προσωπικών δεδομένων 1,5 εκατομμυρίου πολιτών στην εταιρεία.

Στην περίπτωση του Ελληνικού, η κυβέρνηση παρενέβη στη σύμβαση ώστε να αυξήσει το ποσοστό ιδιοκτησίας του ιδιώτη επενδυτή σε βάρος του Δημοσίου, ενώ, στο σκάνδαλο επανιδιωτικοποίησης της Πειραιώς όχι απλώς δεν φροντίζει για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, αλλά, αντιθέτως, κάνει τα πάντα για να μεθοδεύσει την απαξίωση των μετοχών του Δημοσίου και τελικά τη ζημία του κατά δισεκατομμύρια. Κι αυτά είναι μόνο κάποια τελευταία δείγματα μιας πολιτικής που εδώ και καιρό λειτουργεί πέραν των ορίων της νομιμότητας, με απευθείας αναθέσεις εκατομμυρίων, χατίρια και εξυπηρετήσεις ημετέρων. Νομίζω, λοιπόν, ότι έχουμε κάθε λόγο να μιλάμε για ηθική παρακμή και εκφυλισμό»